🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαμαρτζής
σαμαρτζ|ής
ο
шорник; седельщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шорник
? —
σαμαρτζής
как на
(ново)греческом
будет слово
седельщик
? —
σαμαρτζής
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαμαρτζής
? — шорник, седельщик
#
(ново)греческий словарь
—
κουκουβιάζω
—
περίαπτον
—
αφορτος
—
ορκίζομαι
—
ψευδολογία
—
Αθιγγανίς
—
ελευθερωτής
—
συγκρούομαι
—
επιτραπέζιος
—
επαγρύπνηση
—
σπούδασμα
—
ορμώ
—
ροκέ
—
αλιευτικός
—
μεταξοσκωληκοτρόφος
—
προπρύτανις
—
αντιπέρα
—
τυπολατρία
—
αγλωσσοφάγωτος
—
ονειρώδης
—
καββαλισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω