🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κληροδόχος
κληροδόχ|ος
ο, η
наследник, наследница
(по завещанию)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наследник
? —
κληροδόχος
как на
(ново)греческом
будет слово
наследница
? —
κληροδόχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κληροδόχος
? — наследник, наследница
#
(ново)греческий словарь
—
περιθωριοποιούμαι
—
δεκαριά
—
εκφυλισμένος
—
αγελαδινός
—
πατρωνυμικός
—
αλαφρόγιομος
—
κύφωμα
—
καθηγήτρια
—
ορνιθόμυαλος
—
υποστήριγμα
—
πτωχικός
—
εναγκαλίζομαι
—
ανιχνευτής
—
ἧττα
—
νυχτοβίγλα
—
Αγγλικανικός
—
αδειανός
—
χυδαιολόγος
—
πεντηκοστιανοί
—
χορταρικά
—
πετσετένιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω