🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετρελαιοπηγές
πετρελαιοπηγές
οι
нефтяные промыслы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нефтяные промыслы
? —
πετρελαιοπηγές
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετρελαιοπηγές
? — нефтяные промыслы
#
(ново)греческий словарь
—
απιλογούμαι
—
αυτοκινητοβιομηχανία
—
απεμπόληση
—
μελαγχροινός
—
απογέρνω
—
ξυλομετρική
—
καλούτσικος
—
ψοφολόγημα
—
φοοχτιά
—
επιλαμβάνομαι
—
εμμένω
—
αναψη
—
γαλβανοτεχνική
—
αποπληθωρισμένος
—
ακατάβρεκτος
—
συνεχώς
—
προπομπός
—
ανεπιμιξία
—
λαμπρός
—
αφύλαχτος
—
στρυφνός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω