🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιανιστικά
πιανιστικά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιανιστικά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
φαραγγώδης
—
εβδομαδιαίος
—
αλλοιώνω
—
αναπεπταμένος
—
παννυχίδα
—
ενσχοίνιση
—
ανεξικακώ
—
διπλωμένος
—
μάσα
—
ψυχοπονάω
—
αρχιδικαστής
—
κόλλημα
—
εύθετα
—
αρράβδωτος
—
ιδεολογικός
—
μουνταίνω
—
αναχαίτισμα
—
κοντούλα
—
βαρκάρης
—
λυπητερός
—
αφιλοχρηματία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω