🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντεπιστέλλον
αντεπιστέλλον
το :
~ (μέλος) — член-корреспондент
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντεπιστέλλον
? —
#
(ново)греческий словарь
—
απλώνομαι
—
συνδυαστικός
—
εκατοστόλιτρο
—
φιλιότσος
—
πύρωση
—
θεμέλιος
—
εκλελυμένος
—
θερσιτικός
—
τυφλώνω
—
αντικαπιταλιστικά
—
γκαλιουρίζω
—
μηχανόλαδο
—
μελλοντολογία
—
μισότρελλος
—
αποβδόμαδα
—
ολότελα
—
βλακίζω
—
απανωτιαστά
—
βλαχοκαλύβα
—
διυφαίνω
—
ντύνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω