🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουστούμι
κουστούμι
το 1)
костюм
;
σταυρωτό (μονόπετο) ~ — двубортный (однобортный) костюм
;
2)
одежда
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
костюм
? —
κουστούμι
как на
(ново)греческом
будет слово
одежда
? —
κουστούμι
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουστούμι
? — костюм, одежда
#
(ново)греческий словарь
—
μετεωροσκοπείο
—
ατρίχωτος
—
πάθηση
—
κουτσαβάκισσα
—
συνδαύλιση
—
δανειολήπτρια
—
υπερπηδώ
—
προσχωτικός
—
παχυντικός
—
συνεκτικότητα
—
αυτοχρωμικός
—
λυσιτελής
—
βιβλιόσημο
—
εντυλίσσω
—
μαστίχα
—
αντινομία
—
περβολάρης
—
μετατόπιση
—
έκχυση
—
ανηφοροκατήφορος
—
διδακτέος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω