🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γεβεντίζομαι
γεβεντίζομαι
становиться посмешищем
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
становиться посмешищем
? —
γεβεντίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεβεντίζομαι
? — становиться посмешищем
#
(ново)греческий словарь
—
εφτάστερο
—
πλειοδότρια
—
κακομοιριά
—
αμμωνάλη
—
αυτογνωμοσύνη
—
αρνήσιος
—
φέλλινος
—
φορτωτής
—
αρχιληστής
—
ακουβάλιστος
—
πύκνωμα
—
καθορίζω
—
σπασμωδικός
—
σάρδη
—
ενσαρκωμένος
—
ψυχαγωγικός
—
σημάδεμα
—
ποσολογία
—
διχασμένος
—
κρημνίζω
—
σάρωθρον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω