🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καρβουνιάρης
καρβουνιάρης
ο
угольщик
(изготовитель, торговец)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
угольщик
? —
καρβουνιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
καρβουνιάρης
? — угольщик
#
(ново)греческий словарь
—
χρηματοπιστωτικός
—
λεηλάτηση
—
χωρογραφικός
—
φεσοποιείο
—
αλβανόφωνος
—
φερετζές
—
κλωτσοπατινάδα
—
ψευτοκουλτουριάρης
—
τέμενος
—
μαθέ
—
ραχατλίκι
—
τραβέλι
—
πτοώ
—
φουμίζω
—
κακοφορμίζω
—
κατσικοχώρι
—
ερημόνησος
—
αδειασμένος
—
γλάκιο
—
οίνος
—
ασωτεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω