🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βολτ
βολτ
το эл.
вольт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вольт
? —
βολτ
как с
(ново)греческого
переводится слово
βολτ
? — вольт
#
(ново)греческий словарь
—
διανέμω
—
ενστάζω
—
δεκαοχταετία
—
διαπραγμάτευση
—
αμελώδητος
—
ηωλιθικός
—
κρούω
—
βεβαιώ
—
γέμω
—
αβάσκαμα
—
πυρηνέλαιο
—
επιφυσίτις
—
αρχαιόθεν
—
ποτάσσα
—
σοβατεπί
—
μαζώνομαι
—
ευνούχος
—
πανικοβάλλομαι
—
δακτυλογραφώ
—
αναλογία
—
πορεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω