🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ευγενία
ευγενία
η :
η ~ σου (του, σας, των, τους) — [phrase]твоя (его, ваша, их) милость (обращение); ты, он, вы [/phrase] (в вежливой форме)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευγενία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
γονατάω
—
διαπεραίωση
—
υποβόσκων
—
ελαφροήσκιωτος
—
διχαστικά
—
ακραίχμιον
—
ευθυμώ
—
συμμαζώνω
—
ψηφίδα
—
νήσσα
—
ψηλοκρατιέμαι
—
μεσολαβητικός
—
αλάρω
—
σύγκλητος
—
ψηφίζομαι
—
τριαντάρι
—
γερόντισσα
—
καρπαζώνω
—
υπερήλιξ
—
κρομμυδόζουμο
—
κρησάρισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω