🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παντελής
παντελ|ής
полный, совершённый
;
~ άγνοια — а) полное незнание; б) полное игнорирование
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полный
? —
παντελής
как на
(ново)греческом
будет слово
совершённый
? —
παντελής
как с
(ново)греческого
переводится слово
παντελής
? — полный, совершённый
#
(ново)греческий словарь
—
ισλαμικός
—
κλεψίγαμος
—
αυτοδικαζόμενος
—
ατίμασμα
—
κατ'οίκον
—
αντιπολιτευτικός
—
δημόσια
—
ασκόνταφτος
—
συμβατικότητα
—
εκφραστικότητα
—
γέφυρα
—
μεσάζω
—
προσκύνηση
—
ανάπαλιν
—
αγγειοδιαστολή
—
μισθοσυντήρητος
—
φλογίζομαι
—
αναλωτός
—
ζωστικό
—
αθεϊσμός
—
αρχετυπία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω