🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διέφυγαν
διέφυγαν
αόρ. от διαφεύγω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διέφυγαν
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αψυχιά
—
πλειοψηφία
—
τσιτσύρισμα
—
εξηγήσιμος
—
ανεμοκίνητος
—
μποουλάς
—
βόμπιρας
—
αστυκτηνίατρος
—
βαλελίκι
—
εγγεγραμμένος
—
φυγάδευση
—
φωρατής
—
φανίζομαι
—
πρωτοπορειακός
—
ακέραστος
—
καρναβαλίστρια
—
γραμματοσημέμπορος
—
πρανής
—
ποιμαντορικός
—
βεζιγάντι
—
αθέριγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω