🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σουμπλιμέ
σουμπλιμέ
το
двухлористая ртуть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двухлористая ртуть
? —
σουμπλιμέ
как с
(ново)греческого
переводится слово
σουμπλιμέ
? — двухлористая ртуть
#
(ново)греческий словарь
—
αψηφος
—
σκιά
—
γνωμάτευμα
—
βλαμμένος
—
ψυχοβιολόγος
—
υπώρεια
—
περάτωση
—
ταχογράφος
—
πετσόκομμα
—
γελαδήσιος
—
πνίγομαι
—
ανισόπλευρος
—
αντεπιχείρημα
—
εκκαθαρίζω
—
ψυχογραφία
—
βενζεναμίνη
—
κατάρρους
—
γιάρι
—
ασυντρόφευτος
—
αυτογεννώμαι
—
αμαρεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω