🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιλαρχία
ιλαρχία
η воен.
эскадрон; рота
(в бронетанковых войсках и кавалерии)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эскадрон
? —
ιλαρχία
как на
(ново)греческом
будет слово
рота
? —
ιλαρχία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιλαρχία
? — эскадрон, рота
#
(ново)греческий словарь
—
πευκάκι
—
αυτοκινητίστρια
—
εξισωτικός
—
ξενάγηση
—
νοσήλια
—
παραπλώνω
—
τεσσαράγκωνος
—
οινοβαρής
—
αυτοχθονία
—
αποκαλυπτήριος
—
αξιωσύνη
—
στερεοτυπικός
—
κουράρω
—
βερεσέ
—
συνθηκολόγηση
—
ατζό
—
διαβολόψειρα
—
θρομβίνη
—
απογιομίζω
—
λεβεντομάνα
—
ρεφορμιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω