🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στοπάρισμα
στοπάρισμα
το
остановка, прекращение
(чего-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
остановка
? —
στοπάρισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
прекращение
? —
στοπάρισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
στοπάρισμα
? — остановка, прекращение
#
(ново)греческий словарь
—
στόχος
—
πίκρα
—
εκκοκκιστήριο
—
αγλέουρας
—
γραφειοκρατισμός
—
τσιρότο
—
καλοήθης
—
γυμνώς
—
ξεσκούφωμα
—
κανονιστικά
—
παραλέγω
—
αβλάστητος
—
κειμηλιάρχης
—
ολόσωμος
—
ακολλάριστος
—
μέγγενη
—
αισθητιστής
—
ορυχείο
—
μισοντυμένος
—
κληροδοσία
—
συναρμολόγημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω