🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξυλογραφία
ξυλογραφία
η
ксилография
(искусство, оттиск, эстамп, гравюра)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ксилография
? —
ξυλογραφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξυλογραφία
? — ксилография
#
(ново)греческий словарь
—
σχωρεμένος
—
ισοβίτισσα
—
σείομαι
—
δηλονότι
—
σκοταδερός
—
σπάρτινος
—
μουρουνέλαιο
—
σκληρόκαρδα
—
ενεχυροδανειστής
—
ίδρώνω
—
γλυκοβύζαστος
—
έκτοτε
—
δουλοφροσύνη
—
πυρολάτρις
—
απορία
—
κάνω
—
σπρωξιά
—
εναποταμιεύω
—
τοκιστής
—
συνένοχος
—
σμυριδώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω