🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βαγονέττο
βαγονέττο
το
вагонетка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вагонетка
? —
βαγονέττο
как с
(ново)греческого
переводится слово
βαγονέττο
? — вагонетка
#
(ново)греческий словарь
—
παντογράφος
—
κλατάρω
—
ισοταχής
—
υπώνυμο
—
λαχανοπωλείο
—
χιονοστρόβιλος
—
εκρυθμία
—
αγγονός
—
καροτσιέρης
—
εκμαυλιστικός
—
αιματώδης
—
θσλοσσόνερο
—
αρμός
—
γεμιστήρας
—
διατηρώ
—
λούτσος
—
μεροφάι
—
μουστώνω
—
πολιορκητικός
—
συνενώνω
—
αναβρυχώμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω