🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αστροφυσικός
αστροφυσικός
1.
астрофизический
;
2. (о)
астрофизик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
астрофизический
? —
αστροφυσικός
как на
(ново)греческом
будет слово
астрофизик
? —
αστροφυσικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστροφυσικός
? — астрофизический, астрофизик
#
(ново)греческий словарь
—
πεντατομικός
—
χαλκόκοττα
—
διαγυρίζω
—
ιαπωνιστί
—
καμουτσικιά
—
μεταγένεση
—
άπραχτος
—
αυτούθε
—
εμπνευσμένος
—
ακριβά
—
μικροχαρής
—
αρνοκέφαλο
—
διαπνέομαι
—
ανασυγκροτώ
—
δράπανο
—
ανοητεύω
—
χαμολίβανο
—
ακαλλιεργησία
—
πεθυμώ
—
νεφέλη
—
λιανοπουλητής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω