🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σβανάρω
σβανάρω
пьянствовать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пьянствовать
? —
σβανάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σβανάρω
? — пьянствовать
#
(ново)греческий словарь
—
ορφανός
—
γλυκοζαχαρένιος
—
καΐκι
—
ραβίνος
—
αμπάρι
—
ξενοικιάζω
—
παραπληξία
—
κοντοκλότσης
—
αντάμης
—
λογικεύω
—
προγυμνάζομαι
—
παραγκωνισμός
—
σταυροπόδι
—
θεωρώ
—
πανάδα
—
αναλλοίωτα
—
πελώριος
—
γή
—
ξηλώνομαι
—
δαφνοστεφανώνω
—
επιβοήθημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω