🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αηδονολάλημα
αηδονολάλημα
το 1) см. αηδόνισμα ;
2)
нежная речь; нежный голос
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нежная речь
? —
αηδονολάλημα
как на
(ново)греческом
будет слово
нежный голос
? —
αηδονολάλημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αηδονολάλημα
? — нежная речь, нежный голос
#
(ново)греческий словарь
—
οργανιστής
—
καμηλόσουπα
—
δεσπόζουσα
—
δικτατορικός
—
πυρηνέλαιο
—
ερίς
—
πιόμα
—
διαφερόντως
—
κατοστίζω
—
λαναριστήριον
—
βαμβακοκλώστης
—
αγνωσιαρχία
—
λεπτόρρευστος
—
φουσκότσιχλα
—
κάρωση
—
μεθοδικότητα
—
σουβλακερί
—
ασβεσταρειό
—
πιόσιμο
—
μακραίνω
—
καραβοκύρισσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω