🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονόπατος
μονόπατ|ος
одноэтажный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
одноэтажный
? —
μονόπατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόπατος
? — одноэтажный
#
(ново)греческий словарь
—
καμαριέρα
—
τσερβέλο
—
προέμβασμα
—
αιδοίον
—
νοτίζω
—
εκμισθώτρια
—
διαβατό
—
γένι
—
ακτινοδιαγνωστικός
—
συμπολεμιστής
—
διπρόσωπος
—
κακογραφία
—
ειλικρινώς
—
εκλεκτός
—
χελιδόνιον
—
λιβαδότοπος
—
σούρνω
—
αυτόκλειστο
—
σύμβολο
—
ξοδεμός
—
Ικάρων Σχολή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω