🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βατσινάρισμα
βατσινάρισμα
το
вакцинация, прививка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вакцинация
? —
βατσινάρισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
прививка
? —
βατσινάρισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βατσινάρισμα
? — вакцинация, прививка
#
(ново)греческий словарь
—
καβατίνα
—
ρινόμακτρο
—
αμνησικακία
—
συστασιάζω
—
χελωνοβότανο
—
λουβιάρα
—
κομπασο
—
σπαργανώνω
—
αλληλοσπαράζομαι
—
φιλοκίνδυνος
—
μολόχη
—
απελπισμός
—
μνησίκακος
—
αποθέτης
—
πυγμή
—
αείφυλλος
—
καλογεροπαίδι
—
εκτραχύνω
—
ληστοκρατούμαι
—
σμίξιμο
—
κέρασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω