🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρονιά
ρονιά
η 1)
капля
(дождевая);
2)
слеза
;
τύ μάτια μου έτρεχαν ~ές — [phrase]слёзы текли у меня из глаз[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
капля
? —
ρονιά
как на
(ново)греческом
будет слово
слеза
? —
ρονιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρονιά
? — капля, слеза
#
(ново)греческий словарь
—
οξειδάση
—
ξενογλωσσία
—
μεσογειακός
—
γλυκαρμενίζω
—
ξαγρύπνισμα
—
ομοιότυπος
—
προσοδοφόρο
—
παρασημοφόρηση
—
γεροντοκόριτσο
—
αφοριστέος
—
πυξός
—
στέφω
—
χρονομηχανή
—
ασυμπαγής
—
ενήμερος
—
ελλιμένισίς
—
αδαμαντοφόρος
—
διακοσμητική
—
συλλογή
—
ανατοκίζω
—
χύδην
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω