🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαλαντομία
γαλαντομία
η 1)
галантность
;
2)
щедрость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
галантность
? —
γαλαντομία
как на
(ново)греческом
будет слово
щедрость
? —
γαλαντομία
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλαντομία
? — галантность, щедрость
#
(ново)греческий словарь
—
αποσβολωμένος
—
νώμος
—
σχοινάκι
—
εντολοδότις
—
περιαιρετός
—
διατρέχοντα
—
μαλακτικό
—
ξεκαλοκαιριάζω
—
αριότριχος
—
τακτοποιούμαι
—
κληματίδα
—
αντιληπτικά
—
σπάταλα
—
καστανόσουπα
—
μεσιτεύω
—
ενεσπάρην
—
αφεντάνθρωπος
—
προφυλάττω
—
βρωμογύναικα
—
συντριβή
—
δαψιλής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω