🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αδέρφι
αδέρφι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αδέρφι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ξώπορτα
—
αντιστήριξη
—
τιμητής
—
αδελφοποιούμαι
—
ναναρίζω
—
επισυνάπτω
—
διαθέσιμος
—
φριχτά
—
επισταθμεύω
—
καβάλος
—
μειοδότης
—
ενοικιαστήριος
—
ανοίγω
—
εβενουργός
—
ξαναπαντρεύω
—
Θεσσαλονικιός
—
κατάχωση
—
γαλακτοβούτυρο
—
χρηματολάτρης
—
πέρασμα
—
έμετος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω