🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικός
специалист по ядерной физике
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
специалист по ядерной физике
? —
φυσικοπυρηνικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φυσικοπυρηνικός
? — специалист по ядерной физике
#
(ново)греческий словарь
—
κοινοβιακός
—
υπερκαυκάσιος
—
σεισμόμετρο
—
σπίλωση
—
ματσάκι
—
περατώνω
—
χάσμημα
—
ταυτότητα
—
διάρμενο
—
αστίατρος
—
βυσσινιά
—
βρασίλα
—
ομοιοπαθητικός
—
πετεινοκαύκαλος
—
πυρακτωμένος
—
ξεπαπαδεύω
—
λαρύγγι
—
κωπίον
—
παράσταση
—
συντηρητισμός
—
σταυρωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω