🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έτριξα
έτριξα
αόρ. от τρίζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
έτριξα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
παρλαμέντο
—
τριετηρίδα
—
αναδρομάρης
—
δημοκοπία
—
ενετήρ
—
πεντακοσάρι
—
μικρομεγάλη
—
περιποιέμαι
—
νταλώνομαι
—
μονοτάξιος
—
λουστρίζω
—
ουζοποσία
—
ρωπικός
—
συντριμμένος
—
ξεδικιωτής
—
αλευροσκούληκο
—
αδικοβάζω
—
αδιαπότιστος
—
οινοπνευματικός
—
κακομεταχειρίζομαι
—
μητερούλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω