🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονωτήρας
μονωτήρας
ο тех. 1)
изолятор
;
2)
изоляция
(материал)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изолятор
? —
μονωτήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
изоляция
? —
μονωτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονωτήρας
? — изолятор, изоляция
#
(ново)греческий словарь
—
μεσόστυλο
—
εξωμερίτισσα
—
γενετικός
—
χαρτοπόλεμος
—
πασίδηλος
—
σκαντάλι
—
αιδώς
—
πινέλλο
—
ασυμπτωτικός
—
μεραρχιακός
—
ερωταπόκριση
—
χωρατό
—
περίπολος
—
κακοσμώ
—
μαζέττα
—
πιλατεύω
—
μεριάζω
—
επιτροπία
—
αδιάντροπος
—
ανερμάτιστα
—
μισοσκότεινος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω