🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Βελζεβούλης
Βελζεβούλης
ο
Вельзевул
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
Вельзевул
? —
Βελζεβούλης
как с
(ново)греческого
переводится слово
Βελζεβούλης
? — Вельзевул
#
(ново)греческий словарь
—
πλατάγισμα
—
αισθησιαρχικός
—
αναβλαστάνω
—
σταφιδικός
—
προστυχόμουτρο
—
περιυβρίζω
—
τριπλασιασμός
—
πυλωρισμός
—
τρισμύριοι
—
καταπονημένος
—
λαμπυράδα
—
λαμπεράδα
—
φιλύρα
—
γύψ
—
χρηστοήθης
—
ανεγκλιμάτιστος
—
αποδελτίωση
—
βουή
—
εκβυθίζω
—
κοντύλι
—
λεμφοφόρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω