🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λαφρός
λαφρός
1)
лёгкий
;
2)
чуткий
(о сне)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лёгкий
? —
λαφρός
как на
(ново)греческом
будет слово
чуткий
? —
λαφρός
как с
(ново)греческого
переводится слово
λαφρός
? — лёгкий, чуткий
#
(ново)греческий словарь
—
καταβολισμός
—
κακοτυπωμένος
—
διαστοιβάζω
—
άσοφος
—
μεσάρι
—
σαββατόβραδο
—
αρχειοθέτρια
—
αναπλενστηριασμός
—
αραιόθριξ
—
μελαχροινός
—
εποστράκισμός
—
διασκορπίζομαι
—
λειχούδικος
—
ανασκέλιασμα
—
αγχιστεία
—
φασουλής
—
κεδροκούκουτσο
—
αψιφιά
—
χαμηλόβαθμος
—
λευκοφρουρός
—
λινοτύπης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω