🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ναυλοχώ
ναυλοχώ
стоять на якоре
(в порту или на якорной стоянке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стоять на якоре
? —
ναυλοχώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ναυλοχώ
? — стоять на якоре
#
(ново)греческий словарь
—
αμφιφανής
—
χριστουγεννιάτικος
—
αβγουλομάτης
—
λόγχη
—
ονειρολογία
—
βουτσέλα
—
αρχιθησαυροφύλακας
—
εκατόν
—
αναμφισβήτητα
—
προσδοκώμενο
—
απολυτρωτικός
—
βρεχάμενα
—
κατατσακίζω
—
ευζωία
—
θερμογονία
—
θεληματικά
—
ελαιοχρωματισμός
—
μεταλλουργός
—
ενδώσμωση
—
ορυκτολόγος
—
τσάφ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω