🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσαγωγός
προσαγωγός
анат.
приводящий
(о мышцах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приводящий
? —
προσαγωγός
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσαγωγός
? — приводящий
#
(ново)греческий словарь
—
ιοντόσφαιρα
—
ραδιοσχολιαστής
—
βατοκόπι
—
ραντιστήρας
—
χελώνια
—
τσοπαναριό
—
διαδοχικός
—
υφαιρώ
—
αντέννα
—
ζυμογόνο
—
τηγανιά
—
αναλαβαίνω
—
εξυποκούομαι
—
αινιγματώδης
—
ανημποριά
—
αφλοίσβος
—
ευτολμία
—
κολοκοτρωνέϊκος
—
επιτόκιο
—
αποστεγάζω
—
οφιολατρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω