🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπλαστρώνω
μπλαστρώνω
накладывать пластырь
;
===
τόν εμπλάστρωσα στό ξύλο — [phrase]я его исколошматил[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
накладывать пластырь
? —
μπλαστρώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπλαστρώνω
? — накладывать пластырь
#
(ново)греческий словарь
—
ανάμπαιγμα
—
χειμερινός
—
άνους
—
μυγοσκοτώστρα
—
προσήλυτος
—
διαπυούμαι
—
μέσος
—
γεφυρωτικά
—
αβάπτιστος
—
μόστρα
—
προσθετικός
—
ακροφιλότιμος
—
ξένο
—
βουλευτοκρατούμαι
—
ξενοδοχείο
—
σεισμικός
—
εξώθερμος
—
σύσπαστον
—
ζερβόδεξος
—
αρύθμιστος
—
ξέχασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω