🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ροδομάγουλος
ροδομάγουλ|ος
розовощёкий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
розовощёкий
? —
ροδομάγουλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ροδομάγουλος
? — розовощёкий
#
(ново)греческий словарь
—
λογοδοτώ
—
εβίβα
—
εναντιοδρομία
—
κότσος
—
ζυμώτρια
—
παρατηρητικότητα
—
προφυλάω
—
αβαντσάρισμα
—
βραχυκεφαλία
—
ζωοδότειρα
—
ποντικοφάγωμα
—
τσίκα
—
επανακαλώ
—
ανακλώ
—
εποστρακιστικός
—
δυσπαρατήρητος
—
πασσαλείβω
—
δηλητηριάστρια
—
κτερίσματα
—
θλίψη
—
πέμπω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω