🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καλαισθητικός
καλαισθητικός
1)
эстетический
;
από ~ή πλευρά — с эстетической точки зрения
;
2)
сделанный с большим вкусом
;
~ή διακόσμηση — красивое оформление
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эстетический
? —
καλαισθητικός
как на
(ново)греческом
будет слово
сделанный с большим вкусом
? —
καλαισθητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλαισθητικός
? — эстетический, сделанный с большим вкусом
#
(ново)греческий словарь
—
βρωμόσκυλο
—
χιονένιος
—
αυτονομιστής
—
γλαυκωματικός
—
μυροφόρος
—
λευχειμονώ
—
ανίπταμαι
—
υμνήτρια
—
παλαιοκλιματολογία
—
διαφανοσκόπηση
—
τρύπηση
—
ηχερός
—
ρελιάστρα
—
πεζοπόρος
—
φολακραίνω
—
συνομιλώ
—
μαγματικός
—
συμπεθέρα
—
λεξικογράφος
—
προτέρημα
—
σφάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω