🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθαρτικό
καθαρτικό
το мед.
слабительное
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слабительное
? —
καθαρτικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθαρτικό
? — слабительное
#
(ново)греческий словарь
—
πεπαιδευμένος
—
αναλογικά
—
αναγεννησιακός
—
μορμολύκειον
—
αυθωρεί
—
μάνικα
—
λάχνη
—
ξεκόβω
—
φεγγαρίσιος
—
πυρετογόνος
—
σουρτούκω
—
οβιδοφόριο
—
προσαρτάω
—
αντρειότη
—
όθεν
—
μπεκροκανάτας
—
περίσφιγξη
—
νερομάζωμα
—
κρυσταλλογόνος
—
δεκαεπτά
—
προσμέτρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω