🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρωτομάστορας
πρωτομάστορας
ο 1)
старший мастер
;
2)
прораб
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
старший мастер
? —
πρωτομάστορας
как на
(ново)греческом
будет слово
прораб
? —
πρωτομάστορας
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτομάστορας
? — старший мастер, прораб
#
(ново)греческий словарь
—
τεφρό-
—
αδαμαντοδεσία
—
φεγγοβολιά
—
οκταπλασιάζω
—
κατακρήμνιση
—
βόλαγμα
—
αεροσυμπιεστής
—
γνάφαλο
—
ασχημόπαπο
—
σακχαρώδης
—
κωλόξυλο
—
αβελτίωτος
—
αρέντα
—
αντήχηση
—
αεροστάθμη
—
διαγινώσκω
—
αρσενικούχος
—
τέφρα
—
ανάφραντος
—
ψυχοφυσική
—
αεριτζής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω