🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανήγαγον
ανήγαγον
αόρ. от ανάγω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανήγαγον
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλεξαντρινός
—
νίψη
—
καταπτοώ
—
γεννήτωρ
—
μούλιασμα
—
συνερίζομαι
—
ανεγγιξιά
—
σύγχυση
—
αλεηλάτητος
—
αχελώνα
—
πιθαμή
—
ασυστηματοποίητος
—
εξάρα
—
καπηλειό
—
διπλοβαρής
—
προνουντσιαμέντο
—
λαμπροστόλιστος
—
ηγέτης
—
αλατοποίηση
—
φαλμπαλάς
—
μαλάκισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω