🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θυμαράκι
θυμαράκι
το уменьш. от θυμάρι (бот. тимьян, чебрец ) ;
===
στά ~ια — на кладбище
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θυμαράκι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αρόγιαστος
—
αγαλακτία
—
μεσαιωνισμός
—
αρρενωπός
—
αστραπόβροντο
—
καταφατικά
—
γνωριζάμενος
—
γρανίτα
—
γιλέκο
—
ρεματισμός
—
διυφαίνω
—
ρεφενίζω
—
διακέντηση
—
αναλλοίωτος
—
πλαστουργός
—
φαρφουρί
—
ακκλησίαστος
—
κούνημα
—
ανισομερής
—
σκολόπαξ
—
παιδολόι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω