🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονόγλωσσος
μονόγλωσσος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόγλωσσος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πλήθος
—
αναμοχλεύω
—
οστεώδης
—
τραυματισμένος
—
μεθοδικός
—
ουκρανικά
—
μαουνιέρης
—
περίπαιγμα
—
πουλακίδα
—
μικροαστός
—
ἧττα
—
φετιχισμός
—
χρησιμεύω
—
λιβάνισμα
—
φιλειρηνικός
—
ημιαξόνιο
—
στημονιάζω
—
κορκάρι
—
βακτηρίδιο
—
αστυφύλακας
—
ελασματουργείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω