🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψαροντούφεκο
ψαροντούφεκο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψαροντούφεκο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πηδαλιουχώ
—
δέομαι
—
καλαμάκι
—
παράβλαστο
—
αφερέγγυος
—
αζάλιστος
—
στερεοϊσομέρεια
—
κείμαι
—
χρηματιστική
—
καπνοπαραγωγός
—
μπασταρδεύω
—
ματοτσίνορο
—
φωσφορισμός
—
δεκαεπταπλάσιος
—
αποθεματικός
—
πάγκαλος
—
κήρυξη
—
έρπων
—
απαράγγελτος
—
κεραυνώνω
—
ατσάλωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω