🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τολμητής
τολμητ|ής
ο
смельчак
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смельчак
? —
τολμητής
как с
(ново)греческого
переводится слово
τολμητής
? — смельчак
#
(ново)греческий словарь
—
υπεργλυκαιμία
—
ζαπιές
—
ξεκίνημός
—
ομόσπονδος
—
καραμπίνα
—
μολυβώνω
—
γεροσύνη
—
γόβα
—
δασύστερνος
—
ρουτίνα
—
γραφικά
—
γλιτώνω
—
επιπρόσθηση
—
αιματοκατούρημα
—
ταυτόδοξος
—
άφωτα
—
διασυμμαχικός
—
ανεξίτηλο
—
κυνηγοτόπι
—
απόσταν
—
αμφικολύπτω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω