🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δακρυογόνο
δακρυογόνο
το (чаще мн.ч.)
слезоточивый газ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слезоточивый газ
? —
δακρυογόνο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δακρυογόνο
? — слезоточивый газ
#
(ново)греческий словарь
—
γεωλογικός
—
ποιητικός
—
ανεγνωρισμένως
—
απόγονος
—
καρτέρι
—
μέ
—
γαλλί
—
χαρτόμουτρο
—
ζωέμπορας
—
τεμπελχανείο
—
απόβροχο
—
κατρακύλι
—
δεκαστής
—
νεανθής
—
μισθωτής
—
εντατικοποιώ
—
πίνος
—
μυωξός
—
επαναφέρω
—
Εικοσιένα
—
ψυχοφάρμακο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω