🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανάγλυφο
ανάγλυφο
το 1)
барельеф
;
2)
рельеф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
барельеф
? —
ανάγλυφο
как на
(ново)греческом
будет слово
рельеф
? —
ανάγλυφο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάγλυφο
? — барельеф, рельеф
#
(ново)греческий словарь
—
ξεκαμπίζω
—
κολοκυθόπιτα
—
δερματίτιδα
—
ροχατλήκι
—
μεταβιβασμός
—
φωτοευαισθητοποίηση
—
μαργιόλα
—
εξωγκωμένος
—
γοργόπτερος
—
λάπαθο
—
μεθύσι
—
ζοχάρι
—
υπογραμμίζω
—
γυναικοκατακτητής
—
δεκαπλάσιος
—
πλέκτης
—
αλλοπαθής
—
τσουρουφλιστός
—
σκάλωμα
—
ακλινής
—
ατμαγωγός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω