🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαύσωλείο
μαύσωλείο
το
мавзолей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мавзолей
? —
μαύσωλείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαύσωλείο
? — мавзолей
#
(ново)греческий словарь
—
κεραμιδαρειό
—
πυροφάνι
—
άχνουδος
—
υστεροσκόπηση
—
κολλιέ
—
βουρδουλίζω
—
πρόσρησις
—
υπόβλητος
—
χλεύασμα
—
αντιζωγραφικός
—
αξίνα
—
καθεστωτικός
—
σχολνάω
—
παραχώνομαι
—
καπνεργατικός
—
χλώρη
—
ρύγχος
—
ριζόκαρπος
—
αναθροφή
—
διασπαθω
—
αλιευτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω