🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Μορς
Μορς
:
τηλέγραφος ~ — аппарат Морзе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
Μορς
? —
#
(ново)греческий словарь
—
χεννά
—
νεφρολιθίαση
—
απαρχαιωνούμαι
—
χυμένος
—
παλάγκο
—
αδημονία
—
βομβύκιο
—
επίγραμμα
—
άνθιση
—
ποδηλατάς
—
βάσανος
—
γδαρτός
—
αζωγράφιστος
—
φαντασιώδης
—
—
πτυσμός
—
μεταξωτός
—
ατμόϊππος
—
νευρασθένεια
—
χρωμολιθογραφία
—
ορμαθίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω