🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγγριση
αγγριση
η 1)
раздражение
;
2)
возбуждение
(у животных)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
раздражение
? —
αγγριση
как на
(ново)греческом
будет слово
возбуждение
? —
αγγριση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγγριση
? — раздражение, возбуждение
#
(ново)греческий словарь
—
ταγματάρχης
—
ανθρωπινά
—
μύλαξ
—
συντέμνω
—
αμφιταλάντευση
—
ανύψωση
—
υποχρέωση
—
βουτροφία
—
λευκωματίνη
—
μονοκομματικός
—
πυρολατρεία
—
πεταχτάρι
—
επίκριμα
—
γεροντοφέρνω
—
ερευνητνκότητα
—
δροσιάζω
—
χολαιμία
—
νησώδης
—
χανάτο
—
αντισυνταγματικώς
—
μάγγανος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω