🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συρματωτήρας
συρματωτήρας
(-ήρος) ο
волочильный стан
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
волочильный стан
? —
συρματωτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
συρματωτήρας
? — волочильный стан
#
(ново)греческий словарь
—
βαρηκοΐα
—
ραδιοεντοπιστής
—
άγρα
—
πουρμπουάρ
—
βαρεία
—
τριακονταπλούς
—
αθήλειαστος
—
γλοιβό
—
καραμπινάτος
—
επουσιώδης
—
κουρκούτι
—
νυχτερίδα
—
εκχώνω
—
γκιρλάντα
—
διαιτησία
—
ημείς
—
αντιδραστικός
—
ατρομοκράτητος
—
παιδαγωγικός
—
αδελφοποιούμαι
—
απειράκις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω