🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βουρβουλω
βουρβουλω
урчать
(в животе)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
урчать
? —
βουρβουλω
как с
(ново)греческого
переводится слово
βουρβουλω
? — урчать
#
(ново)греческий словарь
—
προπαρασκευαστής
—
ευκαιρία
—
επιπολασμός
—
φωτοευαισθητοποίηση
—
λήθη
—
βιοχημικός
—
κεφαλόβρυσο
—
ζευγνύω
—
λιθοξόος
—
γραμματοκομιστής
—
παστοκύδωνο
—
νύν
—
απολυτρώτρια
—
υποπρόξενος
—
φανέλλα
—
αποπαρμένος
—
βαρελάς
—
σκυθρωπότητα
—
καυχησιολόγος
—
ζυμογόνο
—
ακρόδετος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω