🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παπουτσώνω
παπουτσώνω
обувать
(кого-л.);
===
σέ ντύνω καί σέ ~ — поить, кормить, обувать и одевать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обувать
? —
παπουτσώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
παπουτσώνω
? — обувать
#
(ново)греческий словарь
—
ελληνόφοβος
—
βλαστογένεση
—
συγκολλητήρας
—
σωφροσύνη
—
διανυκτέρευση
—
μεσαντρούλα
—
σαράφικο
—
παιδοψυχιατρικός
—
αξιοτιμώρητος
—
επίορκος
—
ξυλοδεσιά
—
αμέριμνος
—
έθνος
—
διέκθλιψις
—
θησαυρίζω
—
μαθητόκοσμος
—
αεροζογραφική
—
δροσόλουστος
—
διαμαγνητισμός
—
αδεξιωσύνη
—
γαλίφικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω